βότρυς

Το σταφύλι· το σύνολο των ρωγών του σταφυλιού μαζί με τον μίσχο που τις συγκρατεί· το τσαμπί. Στα χρόνια του Βυζαντίου, β. ονομαζόταν η πολυποίκιλτη στολή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. (Βοτ.) Β. ονομάζεται ένας τύπος ανθοταξίας, δηλαδή διάταξης των ανθών, στην οποία τα άνθη βγαίνουν πάνω σε διακλαδώσεις που φυτρώνουν ξεχωριστά και σε διάφορα επίπεδα πάνω στον κύριο άξονα, όπως στο φραγκοστάφυλο και στη γλυσίνα. Υπάρχουν και σύνθετοι βότρυες που είναι βότρυες βοτρύων, όπως στην πασχαλιά και στο σταφύλι.
* * *
βότρυς, ο (Α)
1. σταφύλι, τσαμπί
2. βόστρυχος, μπούκλα
3. σκουλαρίκι σε σχήμα σταφυλιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βότρυς όπως και άλλες λέξεις που σχετίζονται με την καλλιέργεια του αμπελιού (πρβλ. οίνος, άμπελος κ.ά.) είναι άγνωστης ετυμολογίας. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ. μεσογειακής προελεύσεως.
ΠΑΡ. βοτρύδι (ον)
αρχ.
βοτρυδόν, βοτρυηρός, βοτρύιος, βοτρυόεις, βοτρυούμαι, βοτρυώδης
μσν.
βοτρυφόρος.
ΣΥΝΘ. αρχ. βοτρυηφόρος, βοτρυόδωρος, βοτρυοειδής, βοτρυόκοσμος, βοτρυόπαις, βοτρυοστέφανος, βοτρυοχαίτης
μσν.
βοτρυομήτωρ
νεοελλ.
βοτρυανθής, βοτρυοστεφής. (Β΄ συνθετικό) αγλαόβοτρυς, ελίβοτρυς, εύβοτρυς, καλλίβοτρυς, μικρόβοτρυς, ποικιλόβοτρυς, πολύβοτρυς, φερέβοτρυς, φιλόβοτρυς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Βότρυς — Βότρῡς , Βότρυς bunch of grapes masc acc pl Βότρυς bunch of grapes masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βότρυς — βότρῡς , βότρυς bunch of grapes fem acc pl βότρυς bunch of grapes fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοτρύοιν — Βότρυς bunch of grapes masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοτρύων — Βότρυς bunch of grapes masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βότρυ — Βότρυς bunch of grapes masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βότρυ — βότρυς bunch of grapes fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βότρυα — Βότρυς bunch of grapes masc acc sg Βοτρύας masc voc sg (doric aeolic) Βοτρύας masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βότρυας — Βότρυς bunch of grapes masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βότρυας — βότρυς bunch of grapes fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βότρυε — Βότρυς bunch of grapes masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.